σβώλος

ο, Ν
βλ. βώλος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σβώλος — [зволос] ουσ. а. ком, комок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Σβώλος, Αλέξανδρος — Έλληνας νομικός και πολιτικός (Κρούσοβο, Μακεδονία 1892 Αθήνα 1956). Αριστούχος διδάκτορας της νομικής σχολής του πανεπιστήμιου Αθηνών το 1915, με τη διατριβή Το δικαίωμα του συνεταρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείων κατά το σύνταγμα και τον… …   Dictionary of Greek

  • βώλος — (3ος αι. π.Χ.). Νεοπυθαγόριος φιλόσοφος από την Αίγυπτο. Έγραψε πλήθος έργων γύρω από ιατρικά, γεωργικά, φιλοσοφικά θέματα κ.ά. Το πιο σημαντικό είναι τα Φυσικά, που άσκησε μεγάλη επίδραση στους Άραβες αλχημιστές και στους φιλοσόφους του Μεσαίωνα …   Dictionary of Greek

  • ΠEEA — (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Έτσι ονομαζόταν επίσημα η κυβέρνηση των βουνών την περίοδο της Κατοχής. Ιδρύθηκε στις 10 Μαρτίου 1944 στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας, με πρωτοβουλία της Κεντρικής Επιτροπής του EAM, που για τον σκοπό… …   Dictionary of Greek

  • Alexandros Svolos — ( el. Αλέξανδρος Σβώλος, 1892 22 February 1956) was a prominent Greek legal expert, who also served as president of the Political Committee of National Liberation, a Resistance based government during the Axis Occupation of Greece. Early life… …   Wikipedia

  • Alexandros Svolos — (griechisch Αλέξανδρος Σβώλος; * 1892 in Kruševo, heute in Mazedonien; † 22. Februar 1956 in Athen) war ein griechischer Rechtswissenschaftler, Politiker und Ministerpräsident der Gegenregierung während der Besetzung Griechenlands durch die… …   Deutsch Wikipedia

  • Svolos — Alexandros Svolos (griechisch Αλέξανδρος Σβώλος; * 1892 in Kruševo, heute in Mazedonien; † 22. Februar 1956 in Athen) war ein griechischer Rechtswissenschaftler, Politiker und Ministerpräsident der Gegenregierung während der Besetzung… …   Deutsch Wikipedia

  • Крушево — Запрос «Крушево» перенаправляется сюда; см. также другие значения. Город Крушево Крушево Герб …   Википедия

  • βολβός — Μικρός υπόγειος βλαστός, που αποτελείται από πολλά παχιά, αποχρωματισμένα φύλλα, σαν πλατιά λέπια ή σαν χιτώνες, έτσι ώστε το ένα καλύπτει το άλλο, σε ομόκεντρη κυκλική ή σπειροειδή διάταξη. Στο κέντρο του β. και πάνω από τον δισκοειδή βλαστητικό …   Dictionary of Greek

  • βότσαλο — το μικρό αποστρογγυλωμένο λιθαράκι στις παραλίες και τις όχθες ποταμών, χαλίκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. βήσαλον* ή κατ άλλους < ιταλ. bozzolo «κουκούλι, σβώλος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.